"Τα παραμύθια παρέχουν έναν μοναδικό τρόπο για τα παιδιά να γνωρίσουν τα διλήμματα της εσωτερικής τους ζωής"
Bettelheim

Σύμφωνα με τον Winnicott (2003) τα παραμύθια αποτελούν ένα μεταβατικό χώρο ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική πραγματικότητα. Τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα ανάλογα με το στάδιο της ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης στο οποίο βρίσκονται να συνδέσουν τη βιωμένη εμπειρία με αυτό που διαβάζουν ανακαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο το κρυφό νόημα του παραμυθιού (Bettelheim, 2010). Πιο συγκεκριμένα, τα παιδιά μέσα από τα παραμύθια:

  • Αναπτύσσουν τη συμβολική τους σκέψη και διεγείρουν τη φαντασία τους.
  • Εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο τους και τον τρόπο έκφρασης τους.
  • Κατασκευάζουν στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων.
  • Δομούν τον εσωτερικό τους κόσμο, καθώς τα παραμύθια μεταφέρουν σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή.
  • Αναγνωρίζουν και κατανοούν το αντίθετο ανάμεσα στο καλό και στο κακό.
    Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι η πόλωση αυτή, ανάμεσα δηλαδή στο κακό και στο καλό υπάρχει και στο μυαλό των παιδιών, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να κατανοήσουν μία ενδιάμεση κατάσταση, η οποία θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα. Την ιδιαιτερότητα αυτή των παιδιών εξυπηρετεί και η δόμηση των χαρακτήρων στα παραμύθια.
  • Αποκτούν μία θετική προοπτική για τη ζωή αλλά και καλλιεργούν ένα αίσθημα δικαιοσύνης, κατά κύριο λόγο μέσα από τη θετική κατάληξη που επιφυλάσσουν οι ιστορίες για τους «καλούς» πρωταγωνιστές.
  • Τοποθετούν πολλές φορές τους εαυτούς τους στη θέση των πρωταγωνιστών, γεγονός που συμβάλλει στη δόμηση της ταυτότητας και της αυτοαντίληψης τους.
  • Εμπλουτίζουν το ρεπερτόριο των συναισθημάτων ερχόμενα σε επαφή με το συναίσθημα της χαράς, της αγωνίας, της απογοήτευσης αλλά και της προσμονής, γεγονός που προάγει τη συναισθηματική τους νοημοσύνη.
  • Μαθαίνουν να αναγνωρίζουν αλλά και να διαχειρίζονται αυτά τα περίπλοκα και έως εκείνη τη στιγμή ίσως ανοίκεια συναισθήματα, επιτυγχάνοντας με αυτόν τον τρόπο τη συναισθηματική αυτορρύθμιση.

"Το παραμύθι είναι το αλφαβητάρι της εικόνας της ψυχής" Campbell


Πέρα όμως από όλα αυτά, δεν θα πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η ανάγνωση των παραμυθιών αποτελεί μία αμοιβαία συγκινησιακή διαδικασία συνδιαλλαγής, καθώς τις περισσότερες φορές εμπλέκεται σε αυτήν τόσο ο ένας από τους δύο γονείς όσο και το παιδί. Οι γονείς μετατρέπονται αυτόματα σε καθρέφτες αντανάκλασης του κόσμου και τα παιδιά μαθαίνουν για την πραγματικότητα μέσα από τα μάτια αυτών.

Έτσι λοιπόν, η διαδικασία αυτή δε θα μπορούσε να μην ενισχύει τη σχέση ανάμεσα στους γονείς και στα παιδιά, καθώς αποτελεί μία στιγμή στοργικής έκφρασης και ζεστασιάς ενώ παράλληλα προσφέρει μία σημαντική ευκαιρία για μία από κοινού αλληλεπίδραση, ειδικότερα όταν γονείς και παιδί προσπαθούν να «χτίσουν» μία ιστορία μαζί. (Bettelheim, 2010).